ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΧΕΙ ΟΝΟΜΑ

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΧΕΙ ΟΝΟΜΑ

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Δραγασάκης Γιάννης : Η Αριστερά στην κυβέρνηση: τι, πώς, γιατί

 Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΑ  ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΡΚΗΣ

Ευχαριστώ τους διοργανωτές αυτού του συνεδρίου για την πρόσκληση να συμμετάσχω στη σημερινή συζήτηση. Από τις ομιλίες που προηγήθηκαν τέθηκαν αρκετά ζητήματα  και αναδείχθηκε η ευρύτερη, διεθνής σημασία μιας νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Διατυπώθηκαν επίσης ερωτήματα, ιδίως από τον Λίο Πάνιτς, σχετικά με την ετοιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τις δυνατότητες των αριστερών δυνάμεων, στην Ευρώπη και διεθνώς, να συμπαρασταθούν στο λαό μας και σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση των αριστερών δυνάμεων. Βρίσκομαι λοιπόν σε δίλημμα: να κάνω την ομιλία που είχα ετοιμάσει ή να αξιοποιήσω ερωτήματα που έθεσε ο σ/φος Πάνιτς και να επικεντρωθώ σ’ αυτά; Θα προσπαθήσω να συνδυάσω, όσο μπορώ, και τα δύο στο πλαίσιο του περιορισμένου χρόνου που έχω στη διάθεση μου.


Αρχίζω με το κεντρικό θέμα του συνεδρίου: η Αριστερά στην κυβέρνηση.
Πώς φθάσαμε η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας από δυνάμεις της Αριστεράς να έρθει στο προσκήνιο; Ποιες ανάγκες εκφράζει;  Στην Ελλάδα, ο στόχος για μια κυβέρνηση της Αριστεράς υπήρχε, βεβαίως, στις επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ ως ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο, κυρίως όμως ήταν ανάγκη της ίδιας της κοινωνίας. Ο λαός έκανε την επιλογή, το μεγάλο βήμα. Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Δεν περιμέναμε αυτή την εκλογική έκρηξη στη διάσταση που έγινε στις εκλογές του Μαΐου και Ιουνίου του 2012. Τώρα πια, βέβαια, η κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι μια λαϊκή ελπίδα. Γι’ αυτό κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει μέχρι να υλοποιηθεί αυτή η ελπίδα. Εννοώ ότι τα κατεστημένα συμφέροντα στην Ελλάδα αλλά και η σημερινή κυβέρνηση είναι ικανοί να κάνουν οτιδήποτε για να εμποδίσουν να γίνει πράξη αυτή η ελπίδα. Και νέα κόμματα θα πριμοδοτήσουν, και διαστρεβλώσεις θα κάνουν, και πολεμική θα ασκήσουν. Νομίζω όμως ότι η δύναμη και αποφασιστικότητα του λαού μοιάζει να είναι ακατανίκητη.

Τίθεται ένα ερώτημα: μήπως όμως αυτή η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ είχε να κάνει μόνο με το μνημόνιο και τη στρατηγική σοκ που υποστήκαμε; Μήπως δηλαδή είναι κάτι το οποίο -να το πω σχηματικά- θα «ξεφουσκώσει», εάν τα μνημόνια τελειώσουν; Αυτό είναι κάτι που καλλιεργούν  οι συστημικές δυνάμεις.

Η άποψή μου είναι ότι η πρόκληση για την Αριστερά είναι διαρκής. Βεβαίως η επιβολή των μνημονίων και οι κοινωνικές καταστροφές που αυτά επέφεραν συνέβαλαν στο να επιταχυνθούν οι εξελίξεις, αλλά η ανάγκη να γίνει η Αριστερά πρωταγωνιστική δύναμη είναι μια διαρκέστερη και καθολικότερη ανάγκη.

Κατ’ αρχήν τα μνημόνια δεν τελειώνουν. Θα έχουμε μάλιστα και νέα, ακόμη και αν δεν τους δώσουν το ίδιο όνομα.

Δεύτερον, οι  συνέπειες  της ως τώρα πολιτικής είναι συνέπειες διαρκείας. Ο καθηγητής κος Λιαργκόβας, υπεύθυνος του γραφείου για τον προϋπολογισμό στη Βουλή, είπε πρόσφατα ότι οι ζημιές που έχουν συντελεστεί στην Ελλάδα είναι συγκρίσιμες με πολεμικές καταστροφές. Πρόκειται για μια εύστοχη, νομίζω, παρομοίωση. Είναι σαν να έχουμε βγει -και δεν έχουμε βγει ακόμη- από έναν πόλεμο. Πράγματι, ακόμη κι αν αύριο τέλειωνε η ύφεση στην Ελλάδα, σύμφωνα με την εκτίμηση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, θα χρειασθούμε τουλάχιστον είκοσι χρόνια για να επιτύχουμε απορρόφηση της ανεργίας που έχει δημιουργηθεί. Και σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στη Βουλή ο Οργανισμός για τη Διαχείριση του Δημόσιου Χρέους, ο ΟΔΔΗΧ, εάν δεν υπάρξει κούρεμα και διακανονισμός του χρέους θα πρέπει από τώρα μέχρι το 2030 να πληρώνουμε κάθε χρόνο  εννιά με δέκα δισ. ευρώ κατά μέσο όρο  μόνο για τόκους. Και δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην καταστροφή του παραγωγικού ιστού της κοινωνίας ή στην απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου με τη μαζική ανεργία και τη μετανάστευση νέων επιστημόνων.

Οι δυνάμεις που υποστήριξαν την πολιτική των μνημονίων τάσσονται υπέρ της συνέχισης της ίδιας πολιτικής. Θεωρούν το χρέος βιώσιμο και δεν διεκδικούν καν τη μείωσή του παρά μόνο αν γίνει με πρωτοβουλία των πιστωτών. Ταυτίζουν την ανάπτυξη με τις ιδιωτικοποιήσεις, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και τη μεταφορά όχι μόνο δημόσιων επιχειρήσεων αλλά και δημόσιων λειτουργιών στον ιδιωτικό τομέα. Ενώ προσβλέπουν στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μέσω της περαιτέρω μείωσης των μισθών και  των ασφαλιστικών εισφορών, που όμως οδηγούν στην περαιτέρω υποβάθμιση της κοινωνίας και στη διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης. Έχουμε μπει σε έναν ιστορικό φαύλο κύκλο, μακρύ και πάντως απροσδιόριστης διαρκείας, ένα τούνελ σκοτεινό από το οποίο δεν μπορούν να μας βγάλουν οι δυνάμεις που μας έβαλαν σε αυτό.

Άρα η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι μια αναγκαιότητα για τη σωτηρία και το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτή η ανάγκη υπάρχει και είναι διαρκής. Αυτή η ανάγκη έκανε επίκαιρο το ζήτημα της διακυβέρνησης από τις δυνάμεις της Αριστεράς.

ΚΡΙΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ – ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΝ

Ένα δεύτερο συναφές ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: μήπως η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και γενικότερα η αποσύνθεση του παλαιού πολιτικού συστήματος είναι μια αυστηρά ελληνική ιδιαιτερότητα; Διάβαζα προ καιρού έναν μαρξιστή, στο Λονδίνο, να λέει ότι αυτό που έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ιδιαιτερότητα και δεν είναι εύκολο να επαναληφθεί. Ασφαλώς κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της. Αυτό ισχύει και με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δομική κρίση του καπιταλισμού όμως είναι αυτή η οποία δημιουργεί μια πρόκληση και δημιουργεί την ανάγκη για λύσεις έξω από το σύστημα, έξω δηλαδή και από το νεοφιλελεύθερο και πέρα από το κεϋνσιανό πρότυπο. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ σε μια ανάλυση του χαρακτήρα της κρίσης και ιδιαίτερα των νέων διαστάσεων των οικολογικών και των αξιακών  που τη χαρακτηρίζουν, πέραν της οικονομικής, αλλά   αυτό που είναι ορατό σήμερα είναι ότι μόνο με λύσεις νέες, σε αριστερή κατεύθυνση μπορούν να αντιμετωπισθούν τα εκρηκτικά κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα. Άρα, κατά την άποψή μου, η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, η ανάγκη δηλαδή συσπείρωσης των αριστερών δυνάμεων για τη διεκδίκηση ενός πρωταγωνιστικού  ρόλου έχει μια γενικότερη σημασία.

Εκτός αυτού, όμως, παρατηρούμε ότι η κρίση δεν είναι πια μόνο οικονομική. Παίρνει τη μορφή και μιας κρίσης εκπροσώπησης και μιας κρίσης των συναινέσεων που είχαν διαμορφωθεί στη βάση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, της αυταπάτης δηλαδή ότι αυτό θα έδινε ευημερία σε όλους,  και μιας αρχιτεκτονικής για το ευρώ που στηρίχθηκε εξ αρχής σε ένα διευρυνόμενο  δημοκρατικό έλλειμμα. Μπορεί αυτή την κρίση των εκπροσωπήσεων και των συναινέσεων στην Ελλάδα να την ζούμε με τη μορφή μιας πλήρους αποσύνθεσης του παλιού δικομματικού συστήματος, αλλά δεν είναι μικρή η ένταση της κρίσης αυτής αν δούμε την Ιταλία και όλες τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Αλλά ακόμη και στο Βορρά, ακόμη και στη Σκανδιναβία, το τόσο προβεβλημένο κοινωνικό μοντέλο φαίνεται ότι φτάνει και εκεί στα όριά του.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι ο δρόμος για την Αριστερά είναι ανθόσπαρτος; Κάθε άλλο. Γνωρίζουμε από το παρελθόν ότι οι κρίσεις δεν οδηγούν νομοτελειακά σε νίκη της Αριστεράς, ούτε σε επανάσταση, ούτε καν σε μια προοδευτική πολιτική.  Η κρίση των συναινέσεων μπορεί να αξιοποιηθεί -και αξιοποιείται- και από συστημικές ή  κρυφονεοφιλελεύθερες δυνάμεις, ακόμη  και από δυνάμεις   φασιστικές. Στην Ουκρανία ήδη έχουμε φασιστικές δυνάμεις στη κυβέρνηση. Στην Ελλάδα νομίζω ότι είναι πλέον ορατό ότι πίσω από τη Χρυσή Αυγή υπήρχαν ισχυρά κέντρα του κατεστημένου που ήθελαν τη Χρυσή Αυγή ως εφεδρεία και το «μακρύ χέρι» του συστήματος. Αλλά και σε όλη την Ευρώπη παρατηρούμε μια άνοδο της ακροδεξιάς, με τη μια ή την άλλη μορφή. Άρα, αυτό που περιγράφω είναι μια θεωρητική δυνατότητα, την οποία, αν δεν προσπαθήσει ή δεν μπορέσει να την αξιοποιήσει η Αριστερά, τότε όχι μόνο δεν θα μπορέσει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον κόσμο της εργασίας, αλλά τόσο η Αριστερά όσο και οι εργαζόμενοι μπορεί και να υποστούν νέες ήττες  αν αφεθούν να αξιοποιήσουν αυτές τις δυνατότητες άλλες δυνάμεις, εχθρικές προς τη δημοκρατία και τον κόσμο της εργασίας.

ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Το αρχικό ερώτημα λοιπόν μετασχηματίζεται: όχι αν, αλλά υπό ποιους όρους και  ποιες προϋποθέσεις η Αριστερά μπορεί να υπερβεί τη μακρά περιθωριοποίησή της, τον παραλυτικό κατακερματισμό της και να διεκδικήσει ρόλους πρωταγωνιστικούς και ηγεμονικούς;

Και είναι η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας ένας από αυτούς τους όρους;

Μιλώντας με βάση τη δική μας πείρα νομίζω πως ναι. Ένας από τους παράγοντες που βοήθησαν τον κόσμο να κάνει την επιλογή του υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκάθαρα δήλωσε την ετοιμότητά του να συμπράξει για να υπάρξει μια κυβέρνηση ανατροπής της τρέχουσας πολιτικής στην Ελλάδα. Και έδειξε ακριβώς ότι αυτό το πιστεύει. Αν δεν αναγνωρίζαμε την ανάγκη για μια κυβέρνηση της Αριστεράς ή μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, ως μια άμεση ανάγκη και ως έναν άμεσα διεκδικήσιμο στόχο, αν δηλαδή αναφερόμαστε στην κυβέρνηση της Αριστεράς απλώς ως μια επιθυμία, ενταγμένη σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, τότε δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το ρήγμα στο σύστημα των διαμορφωμένων κοινωνικών συμμαχιών και συναινέσεων   θα εκφραζόταν εκλογικά  και θα στρεφόταν στο μεγαλύτερο μέρος του υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, όπως έγινε.

Μήπως όμως αυτό δεν είναι αναγκαίο; Μήπως η Αριστερά θα μπορούσε να δράσει αποκλειστικά «από τα κάτω», μέσω των κινημάτων από θέσεις αντιπολίτευσης; Προφανώς χωρίς τα κινήματα δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν τίποτε. Αλλά αρκούν μόνο τα κινήματα; Νομίζω ότι ο χαρακτήρας της κρίσης δίνει την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Δεν έχουμε  μια κρίση που αφορά τον τρόπο διαχείρισης του μοντέλου, αλλά έχουμε κρίση του ίδιου, του κυρίαρχου μοντέλου. Τούτο σημαίνει πως έχουμε μπει σε μια ιστορική φάση στην οποία επαναχαράσσονται οι κανόνες, επανακαθορίζονται η θέση και οι αμοιβαίες σχέσεις  μεταξύ των κοινωνικών τάξεων αλλά και των κρατών. Επίδικα γίνονται οι ίδιες οι αξίες, δηλαδή οι λειτουργικές αρχές συγκρότησης των κοινωνιών, τα παραγωγικά και τα καταναλωτικά πρότυπα του μέλλοντος.  Πώς πρέπει να δράσει η Αριστερά αν θέλει να γίνει ξανά αξιόπιστος εκφραστής των αναγκών των εργαζομένων και των κοινωνιών, μαχητικός εκπρόσωπος του μέλλοντος, μέσα στις διαμάχες και τους ιδεολογικούς και κοινωνικούς πολέμους του παρόντος;

Είναι, νομίζω, προφανές ότι χρειάζεται μια δράση και από τα κάτω και από τα πάνω. Οι λαϊκές ανάγκες πρέπει να εκπροσωπηθούν, και στη νομοθετική και στην εκτελεστική εξουσία, από μια πολιτική πλειοψηφία με κορμό τις δυνάμεις της Αριστεράς, που θα στηρίζεται στο λαό και την κοινωνία. Με αυτή την έννοια λοιπόν το δίλημμα δεν είναι κυβέρνηση ή κινήματα, κυβερνητική Αριστερά ή κινηματική Αριστερά. Χρειαζόμαστε μια κυβέρνηση που να εκφράζει τα κινήματα και να μπορεί να αξιοποιήσει το κράτος, τη νομοθετική και εκτελεστική  εξουσία ως πεδία στα οποία θα εκφραστούν οι λαϊκές και κοινωνικές ανάγκες και θα συγκροτούνται πολιτικές που θα συμπυκνώνουν τους συσχετισμούς των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.  Αυτό το «και» βεβαίως πρέπει να συζητηθεί. Πρέπει δηλαδή να συζητήσουμε για τη σχέση εκείνη που θα επιτρέψει στη δράση κυβέρνησης και κινημάτων να κινηθεί προς κοινή ή παράλληλη κατεύθυνση.

ΑΝΑΜΟΝΗ  Ή ΕΜΠΛΟΚΗ;

Εδώ βεβαίως βρισκόμαστε μπροστά σε κρίσιμες επιλογές. Υπάρχει η γνωστή άποψη που διατυπώνεται στη χώρα μας, αλλά και αλλού, ότι δεν υπάρχουν ακόμη δυνατότητες και συνθήκες ανατροπής του καπιταλισμού. Άρα τα συζητούμενα εγχειρήματα  γίνονται στο έδαφος της αστικής κοινωνίας και ειδικότερα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε μια φάση ηγεμονίας του, μια ηγεμονία που έχει κλονισθεί, αλλά δεν έχει ηττηθεί.  Μήπως λοιπόν πρέπει να περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες για την εκ βάθρων ανατροπή του εν λόγω συστήματος;  Το ΚΚΕ π.χ. παραπέμπει τα πάντα σε ένα μέλλον το οποίο διαρκώς  γίνεται πιο θολό και απόμακρο, αφού δεν συγκροτείται σε συνάρτηση με τους όρους του παρόντος ούτε εξειδικεύεται σε στόχους και αλλαγές διεκδικήσιμους στο σήμερα. 

Το δίλημμα λοιπόν, στην απλουστευτική του μορφή, μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: εμπλοκή ή αναμονή; Να περιμένουμε να ωριμάσουν οι συνθήκες σε βαθμό που να καθιστούν εφικτή την εφαρμογή του αριστερού σχεδίου στην πλήρη του ανάπτυξη ή να εμπλακούμε σε έναν αγώνα μετασχηματισμού της κοινωνίας, εκκινώντας από τις άμεσες και πιο επείγουσες ανάγκες της;

Η επιλογή δεν είναι εύκολη. Αν κοιτάξουμε την ιστορία θα δούμε ότι το αποτέλεσμα δεν είναι δεδομένο ούτε στη μια ούτε στην άλλη περίπτωση. Διότι θα βρούμε πολλά παραδείγματα όπου η αναμονή δεν βελτίωσε τη θέση ούτε της Αριστεράς ούτε των εργαζομένων, ούτε βεβαίως οδήγησε στην εξουσία. Κρίσιμες στιγμές, ευκαιρίες παρέμβασης της Αριστεράς, ακόμη και καταστάσεις επαναστατικές υπήρξαν, όμως περνούσαν αναξιοποίητες διότι η λογική της αναμονής και της αναγωγής των πάντων σε μια  «αποφασιστική στιγμή» δεν επέτρεπε στην Αριστερά να δρα με πρωτοβουλία να δημιουργεί γεγονότα αντί να τα ακολουθεί παθητικά.

Υπήρξαν κόμματα που διαλύθηκαν περιμένοντας. Υπήρξαν κόμματα που μαράζωσαν θεωρητικά και ιδεολογικά εκφυλίστηκαν σε μηχανισμούς που τελικά περιθωριοποιήθηκαν, διότι φοβήθηκαν να αναμετρηθούν με τις προκλήσεις την ώρα που αυτές απαιτούσαν απαντήσεις.  Παρέπεμπαν πάντα και τα πάντα σε μια άλλη, πιο ευνοϊκή κατάσταση ή συγκυρία. Αλλά ούτε η εμπλοκή εξασφαλίζει αυτόματα την αποφυγή των παραπάνω κινδύνων.

Αν πάλι στραφούμε στην ιστορία, θα βρούμε πολλά παραδείγματα κομμάτων που ενεπλάκησαν, μπήκαν σε κυβερνήσεις ή σχημάτισαν κυβέρνηση, αλλά αφομοιώθηκαν και ενσωματώθηκαν στο κράτος. Ή άλλα παραδείγματα όπου η Αριστερά πήρε την κυβέρνηση, αλλά «κόλλησε» σ’ αυτήν. Δεν είχε στρατηγική απεμπλοκής από αυτήν, ακόμη και όταν δεν μπορούσε να υλοποιήσει τίποτα από το πρόγραμμά της.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ «ΕΜΠΛΟΚΗΣ»

Άρα έχουμε ανάγκη από ένα νέο παράδειγμα, έναν νέο τρόπο απάντησης σε αυτό το δίλημμα. Δεν μπορούμε να βρούμε απαντήσεις αντιγράφοντας το παρελθόν. Υπάρχουν βεβαίως πολλές εμπειρίες τις οποίες πρέπει να αξιοποιήσουμε. Αλλά, αν δούμε τι ακριβώς είναι αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, δύσκολα μπορούμε να βρούμε ένα παράδειγμα προς εφαρμογή.

Οι διαπιστώσεις αυτές δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε μια στρατηγική αμηχανία. Αντίθετα, θα πρέπει να κατανοηθούν ως μια ώθηση για  ένα νέο παράδειγμα όχι μόνο για την οικονομία και την κοινωνία αλλά και για την ίδια την Αριστερά. Πρώτα από όλα χρειαζόμαστε μια ανανεωμένη συζήτηση για το σοσιαλισμό. Τι εννοούμε με τη λέξη «σοσιαλισμός»; Εννοούμε τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού; Εννοούμε τη σοσιαλδημοκρατία ή  «σοσιαλισμό» σαν του ΠΑΣΟΚ; Προφανώς όχι. Άρα η έννοια «σοσιαλισμός», όπως σωστά λέει η διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ, απαιτεί έναν επαναπροσδιορισμό του περιεχομένου του, μια νέα νοηματοδότησή του στο έδαφος των σημερινών αντιθέσεων  που θα ενσωματώνει τις εμπειρίες και την κριτική του παρελθόντος, τις ανάγκες του παρόντος και τις δυνατότητες του μέλλοντος. Απαιτείται μια ανανεωμένη συζήτηση για τη μετάβαση. Μετάβαση σε τι, με ποιους και πώς;  Πώς αξιοποιούμε την εμπειρία  ολόκληρου του αιώνα που πέρασε; Για μετάβαση δεν ενδιαφέρεται μόνο η Αριστερά. Ήδη έχουμε μια πλούσια εμπειρία και μια όχι ευκαταφρόνητη θεωρητική συζήτηση για μεταβάσεις προς τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό από καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού ή από αυταρχικά  καθεστώτα ή από μοντέλα με κάποιους βαθμούς οικονομικού προστατευτισμού. Ακόμη και αυτό που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα και την Ευρώπη  μπορούμε να το κατανοήσουμε ως μια μετάβαση προς μια πιο άγρια κοινωνικά μορφή καπιταλισμού. Χρειαζόμαστε λοιπόν και εμείς, ως Αριστερά, μια αναζωογονημένη συζήτηση και μια επίκαιρη θεωρία μετάβασης, ένα σύγχρονο θεωρητικό πλαίσιο που να μας επιτρέπει να συνδέουμε τους άμεσους με τους στρατηγικούς στόχους μας.

Χρειαζόμαστε επίσης ένα συνολικό σχέδιο  για έναν πολυεπίπεδο μετασχηματισμό. Ενώ χρειαζόμαστε την Αριστερά για να μετασχηματίσουμε το κράτος και την κοινωνία, για να μπορέσει η Αριστερά να γίνει δύναμη μετασχηματισμού πρέπει η ίδια να μετασχηματισθεί από δύναμη μόνο διαμαρτυρίας και αμυντικών αγώνων, από μια κατάσταση κατακερματισμού και εμφυλίου πολέμου εντός των γραμμών της, σε μια όσο γίνεται πιο ενωμένη και συνεκτική δύναμη, μια δύναμη που θα θελήσει να γίνει  πρωταγωνιστική και ηγεμονική, με την γκραμσιανή έννοια του όρου. Το ίδιο ισχύει και με τα συνδικάτα και τα κινήματα. Χρειαζόμαστε τα συνδικάτα και τα κινήματα ως δύναμη αντίστασης και  μετασχηματισμού. Αλλά μπορούν να παίξουν αυτόν το ρόλο στην κατάσταση που είναι σήμερα  ή πρέπει και τα ίδια τα κινήματα και τα συνδικάτα να δουν το ρόλο τους εξ αρχής;

Εδώ έχει θέση και το ερώτημα που ήδη έθεσα. Ποια θα είναι η σχέση κινημάτων και κυβέρνησης των δυνάμεων της Αριστεράς; Θα είναι μια σχέση όπου ό,τι καλό κάνει  η κυβέρνηση θα το στηρίζουν και ό,τι κακό θα το πολεμούν; Μα αυτό μπορεί να ισχύει και με μια δεξιά κυβέρνηση. Πρέπει να σκεφτούμε αυτήν τη σχέση πιο δημιουργικά, ως έναν ενάρετο κύκλο, μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μια συμμαχία για την ανασυγκρότηση και το μετασχηματισμό της κοινωνίας σε κατευθύνσεις που θα συμφωνήσουμε μαζί. 

Μήπως όλα αυτά θέτουν υπερβολικά πολλά καθήκοντα; Μήπως εμπεριέχουν σημαντικό ρίσκο; Μπορεί την  ίδια ώρα η Αριστερά, τα κοινωνικά κινήματα να δρουν και ως υποκείμενο και ως αντικείμενο μετασχηματισμού; Πώς η εμπλοκή δεν θα γίνει αφομοίωση ή ενσωμάτωση; Μια απάντηση που μπορούμε να δώσουμε στα ερωτήματα αυτά είναι ότι δεν έχουμε περίπτωση στην ιστορία που η Αριστερά να πήρε την κυβερνητική εξουσία υπό εύκολες συνθήκες, χωρίς ρίσκο και κινδύνους. Η Αριστερά είναι για τα δύσκολα. Εάν υπάρχουν διαθέσιμες εύκολες και ανώδυνες λύσεις, θα υπάρξουν δυνάμεις να τις εφαρμόσουν. Η Αριστερά καλείται όταν έχουν εξαντληθεί οι γνωστές  λύσεις και χρειάζεται να ανοίξουν νέοι δρόμοι. Υπάρχει και μια άλλη απάντηση σ’ αυτά τα εύλογα ερωτήματα. Μιλώντας για ρίσκα, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το ρίσκο της μη εμπλοκής, το   να αφήσουμε τις τύχες τις κοινωνίας σε δυνάμεις που έδειξαν και τις προθέσεις και τα όριά τους.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΝΟΙΚΤΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥΣ

Κι έρχομαι τώρα στα ερωτήματα που διατύπωσε ο σ/φος Λίο Πάνιτς. Κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω όλες και όλους όσους θέτουν καλοπροαίρετα ερωτήματα. Είναι η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορούμε να έχουμε στη φάση που είμαστε. Διότι όταν τίθενται ερωτήματα μπορούν και να συζητούνται και να βρεθούν απαντήσεις. Αν όμως αποφύγουμε να τα θέσουμε, να τα σκεφτούμε, τότε μπορεί  να αιφνιδιαστούμε και να χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε καταστάσεις και προβλήματα χωρίς επίγνωση της ύπαρξής τους ή χωρίς επαρκή προετοιμασία.

Δεν μου επιτρέπει ο χρόνος να πραγματευτώ κάθε ερώτημα ξεχωριστά. Θα επιχειρήσω ορισμένες γενικές παρατηρήσεις σε κάποια από τα ερωτήματα που ετέθησαν. Είναι κατανοητό ότι δεν υπάρχουν σε όλα τα θέματα ταυτόσημες ούτε καν κοινά αποδεκτές απαντήσεις.

Αρχίζω με το βαθμό ετοιμότητάς μας. Υπάρχουν απόψεις που λένε: ας γίνουμε πρώτα κυβέρνηση και μετά βλέπουμε τι θα κάνουμε, αφού ούτε τα δεδομένα έχουμε, ούτε πώς ακριβώς θα είναι η κατάσταση μπορούμε να ξέρουμε από τώρα. Το επιχείρημα είναι εύλογο αλλά η απάντηση δεν είναι ικανοποιητική. Πρέπει με βάση τα δεδομένα που έχουμε να γνωρίζουμε και εμείς και ο λαός τι θα κάνουμε και άμεσα και μακροπρόθεσμα. Ακριβώς γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προσανατολιστεί στον εξοπλισμό και την προετοιμασία του όσο αυτό είναι δυνατό.

Η δεύτερη άποψη είναι να τα έχουμε όλα έτοιμα από πριν. Να είμαστε έτοιμοι για όλα τα ενδεχόμενα. Να έχουμε προβλέψει τις κινήσεις των αντιπάλων ή των εταίρων μας. Όσοι γνωρίζουν από σκάκι ξέρουν πως αυτό είναι αδύνατο. Ιδίως όταν το σκάκι είναι κοινωνικό, εθνικό ευρωπαϊκό και διεθνές ταυτόχρονα. Συμμετέχουν δηλαδή πολλοί παράγοντες, υπάρχουν πολλά  ενδεχόμενα.  Ούτε αυτό είναι λοιπόν εφικτό.  Στον ΣΥΡΙΖΑ γίνεται μια δουλειά προγραμματική. Εδώ και δύο χρόνια έχουμε ανακοινώσει το πρόγραμμά μας. Το ίδιο όμως το πρόγραμμα δεν είναι κάτι στατικό, είναι υπό διαρκή εμπλουτισμό και εξειδίκευση. Και τώρα μάλιστα είμαστε στη φάση όπου προσδοκούμε το πρόγραμμα να γίνει αντικείμενο συζήτησης με την κοινωνία, όχι μόνο στα γενικά θέματα αλλά και στα ειδικά του κεφάλαια και σε κάθε τομέα.

Τι απάντηση λοιπόν μπορούμε να δώσουμε σε αυτού του τύπου ερωτήματα; Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε μια απάντηση που να είναι ανοικτή στο μέλλον και σε ό,τι αυτό μας επιφυλάσσει. Ο Λιο Πάνιτς είπε, και ορθά, ότι αυτή τη στιγμή μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ  σε όλη την  Ευρώπη είναι στα πρόθυρα της κυβερνητικής εξουσίας. Έτσι είναι, και αυτό είναι το δεδομένο που έχουμε τώρα.  Αλλά τα δεδομένα αυτά μπορούν να αλλάξουν. Και υπάρχουν σε πολλές χώρες αριστερές δυνάμεις που αγωνίζονται να αλλάξουν. Η στρατηγική μας πρέπει να είναι λοιπόν ανοιχτή σε διαφορετικές εκδοχές της εξέλιξης.  Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να βάλουμε στόχους και να αναλάβουμε πρωτοβουλίες στην κατεύθυνση της υλοποίησής τους. Και ο στόχος είναι ανατροπή στην Ελλάδα, αλλαγή στην Ευρώπη. Στην εποχή μας οι συσχετισμοί κρίνονται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στο παρελθόν, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Στην ΕΕ, λόγω της δομικής αλληλεξάρτησης που έχει διαμορφωθεί, αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο. Στη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν κεντρική θέση έχει η διεθνοποίηση του ελληνικού προβλήματος και η πάλη για λύσεις ιδίως στο πρόβλημα του χρέους και της ανατροπής της λιτότητας σε ευρωπαϊκή  κλίμακα. Και δυνατότητες, όπως είπαμε, υπάρχουν διότι τα προβλήματα είναι κοινά.   Αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ασυμμετρία των εξελίξεων και τον ετεροχρονισμό των αποτελεσμάτων.  Άρα πρέπει να σκεφτούμε με όρους αλγεβρικούς και όχι αριθμητικούς, με βάση τη δυναμική και όχι τη στατική θεώρηση των δεδομένων. Πρέπει να επενδύσουμε σε μια θετική δυναμική των εξελίξεων και ταυτόχρονα να έχουμε γραμμές άμυνας στην περίπτωση που οι εξελίξεις δεν είναι ευνοϊκές.

Δεύτερο στοιχείο είναι ο χρόνος. Σκεφτόμαστε το εγχείρημά μας συχνά ως ένα στιγμιαίο γεγονός. Ως μια μάχη με μια μόνο πράξη στην οποία κερδίζονται ή χάνονται όλα, και όχι ως έναν αγώνα με διάρκεια και πολλά επεισόδια. Όμως, εφόσον η κρίση είναι δομική, εφόσον η πρόκληση είναι διαρκής, ίσως πρέπει να σκεφτούμε το χρόνο με όρους μιας ιστορικής εποχής, όπου μέσα σ’ αυτή θα έχουμε πολλές «κρίσιμες στιγμές»,  με επελάσεις αλλά πιθανώς και με υποχωρήσεις, ενδεχομένως και δημιουργικές ή διδακτικές ήττες.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι:

Πρώτον, πρέπει να προετοιμαζόμαστε πριν τις εκλογές όσο μπορούμε πληρέστερα. Και εμείς, ως ΣΥΡΙΖΑ, και η κοινωνία και οι φορείς της, για τις απαιτήσεις μιας νέας πορείας χειραφέτησης, δημοκρατικής αναγέννησης και παραγωγικής ανασυγκρότησης.    

Δεύτερον, όμως, τελικά πρέπει να διαμορφώσουμε μια στρατηγική ευέλικτη  η οποία να μπορεί να προσαρμοστεί σε διαφορετικές καταστάσεις και  συσχετισμούς. Να έχουμε ένα σχέδιο το οποίο, εάν οι συσχετισμοί βελτιώνονται, να μπορούμε να το επιταχύνουμε. Εάν όμως οι συσχετισμοί  δεν βελτιώνονται ή και επιδεινώνονται, να έχουμε γραμμές άμυνας, ακόμη και γραμμές υποχώρησης. Αυτό ενώ όλοι το θεωρούμε,  νομίζω, λογικό, δεν είναι ενσωματωμένο στην πολιτική μας σκέψη. Ότι δηλαδή αριστερή πολιτική σημαίνει διαχείριση της νίκης  αλλά και διαχείριση ενδεχόμενης δυσκολίας ή και πρόσκαιρης υποχώρησης.

Για να το πετύχουμε αυτό, νομίζω ότι χρειάζονται τρεις προϋποθέσεις:

Πρώτον, μια πολιτική κουλτούρα αναγνώρισης των πραγματικών προβλημάτων και ουσιαστικού διαλόγου επί αυτών. 

Δεύτερον, θέλουμε ένα πολιτικό υποκείμενο το οποίο να μπορεί να δρα επιτελικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως γνωστό, ήταν μια «ομπρέλα» διαφορετικών κομμάτων και οργανώσεων. Εδώ και έναν χρόνο, με το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ο στόχος είναι να γίνει ενιαίο κόμμα. Τώρα βρισκόμαστε σ’ αυτή την πορεία. Γίναμε ήδη ενιαίο κόμμα; Ας μείνουμε στην ερώτηση. Μπορούμε να την απαντήσουμε σε λίγο, όταν θα έχουμε κλείσει έναν χρόνο από το Συνέδριό μας. Ορισμένοι αρνούνται την ύπαρξη ενιαίου κόμματος με το φόβο να μην γίνουμε μονολιθικό κόμμα. Προφανώς όταν λέμε «ενιαίο κόμμα» εννοούμε ανοικτό σε νέες ιδέες, με πλέρια δημοκρατία αλλά με ικανότητα να διαθέτει αυτό που ο Μαρξ ονόμαζε κοινή «κατευθύνουσα θέληση», και το θεωρούσε θεμελιώδες σε κάθε συλλογική προσπάθεια. Σ’ αυτό δεν μπορεί να υπάρχει αμφισημία.

Τρίτον, ετέθη και ένα ερώτημα που αφορά στην υποθετική περίπτωση που οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες εξωθούν την Ελλάδα  σε αποχώρηση από το ευρώ. Δεν είναι βέβαιο ότι αυτό μπορεί να συμβεί. Σε κάθε περίπτωση, επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η έξοδος από το ευρώ. Όμως, σε κάθε περίπτωση, σ’ αυτή τη σφαίρα των θεωρητικών υποθέσεων, η προσωπική απάντηση στο plan Β΄, και στη συζήτηση που γίνεται γύρω από το θέμα αυτό είναι ότι αυτό είναι ένα ζήτημα πολιτικό, άρα πρέπει να απαντηθεί με όρους πολιτικούς και όχι τεχνικούς. Και η απάντηση είναι η προσφυγή στο λαό. Η απάντηση αυτή απορρέει από τις γενικότερες αρχές πάνω στις οποίες θα στηριχθεί ένα εναλλακτικό μοντέλο αριστερής διακυβέρνησης.   Θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει μαζί με το λαό. Και τα όποια διλήμματα και ερωτήματα εμφανισθούν θα πρέπει να τα συζητάει και να τα απαντάει μαζί μ’ αυτόν. Σημαίνει αυτό εκλογές; Μπορεί η ίδια η Βουλή να δώσει απάντηση; Σημαίνει αυτό δημοψήφισμα; Η ουσία είναι να οικοδομήσουμε μια αντίληψη κυβερνητικής εξουσίας βασισμένη στη λαϊκή κυριαρχία, της οποίας ένα συστατικό θα είναι η βαθιά δημοκρατικότητα, και μέσα από τη δημοκρατία να επιδιωχθεί  η δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα της νέας διακυβέρνησης. 

Είναι προφανές ότι, για να μπορέσει η Αριστερά να ανταποκριθεί στα αυξημένα καθήκοντα και τους νέους ρόλους που η εποχή μας επιβάλλει, έχει ανάγκη από ένα άλμα, και στο πεδίο της κοινωνικής δράσης και σ’ εκείνο της πολιτικής σκέψης και των θεωρητικών επεξεργασιών. Από αυτή την άποψη θεωρώ πολύτιμο το γεγονός ότι υπάρχουν φορείς όπως το Ινστιτούτο «Ν. Πουλαντζάς» και το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ» που προσφέρουν τη δυνατότητα τέτοιων συζητήσεων. Θα ήθελα λοιπόν να επαινέσω την προσπάθεια για συζητήσεις όπως η σημερινή και να ευχηθώ την ενδυνάμωσή τέτοιων πρωτοβουλιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου